| |
Δ η μ ή
τ ρ η ς Χ ί λ ι ο ς
χά ρ τ ι ν α φ ι λ ι ά
Μ υ θ ι σ τ ό ρ η μ α
Εκδόσεις ΠΑΤΑΚΗ
ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ
Μια γυναίκα-μύθος αποζητά τη μαγεία, παλεύει καθημερινά με τις
γύρω καί μέσα της σκιές, με τα φαντάσματα του παρελθόντος και με
τους
δαίμονες που την κυνηγούν.
Ο μεγάλος καθρέφτης με κεντίδια από γύψο και χρυσομπογιά, εκείνος
μονάχα τη συντροφεύει μόλις ξαναντύνεται το κρινολίνο της Νέλλης
Χάρμα και μεταμορφώνεται σε πλάσμα ονειρικό - όπως τότε που θριάμβευε
στις θεατρικές σκηνές της επαρχίας.
Φιγούρα ανήσυχη, φευγαλέα, περιδιαβαίνει τη νύχτα ανάμεσα στις
σκιές σαν υπνοβάτης, κλέβει τα μυαλά των αντρών της πόλης και τα
κρατά στην παλάμη της μέχρι την άλλη πανσέληνο.
Κι όταν κλείνει η αυλαία, αναζητά το είδωλό της πίσω από σύννεφα
καπνού και του στέλνει φιλιά. Χάρτινα. Το ξέρει, στο τέλος θα επιστρέψει
στις λατρεμένες ηρωΐδες που κρύβονται πίσω από τον οβάλ καθρέφτη
του μπουντουάρ, μόνη μαζί τους.
Δε θέλει ρεαλισμό. Μόνο τη μαγεία αποζητά και πνίγεται όσο ζει
στερημένη ποιήσεως. Πότε Μπλάνς Ντυμπουά και πότε Στέλλα Βιολάντη,
πότε Αρκάντινα και πότε Μαργαρίτα Γκωτιέ, πότε Ιουλιέττα και πότε
Φυντανάκι. Ένα μικρό καράβι που ήταν αταξίδευτο. Ένα καναρίνι στην
ανοιχτή πόρτα του κλουβιού που άλλο δεν πόθησε παρά να δώσει μια
και να πετάξει μακριά - ένα ταξίδι στο ανέφικτο.
Κεραυνοί διασχίζουν το σκοτάδι της σκηνής πριν ανοίξει η αυλαία
κι ανάψουν προβολείς πολύχρωμοι. Κλείνει τα μάτια ν' ακούσει τη
σιωπή. Ανασαίνει βαθιά, με το διάφραγμα, τα πόδια της μακραίνουν,
τα χέρια, ο λαιμός, κι ο ουρανός σαν να χαμήλωσε - η Πούλια εκεί
αριστερά χαμήλωσε κι αυτή, ο προβολέας τη σημαδεύει κατάστηθα.
Μια ανάσα μετά, ντυμένη το κοστούμι της μάγισσας, βγαίνει στο φεγγαρόφωτο
και με το χρυσό ραβδί, αγέρωχη, σημαδεύει τ' αστέρια. Τότε στήνει
γύρω της κόσμους μακρινούς και μαγικούς, κόσμους του ονείρου.
Πόθος μοναδικός. Να πάρει βαθιά αναπνοή με το διάφραγμα και ν'
αποτολμήσει το τεράστιο άλμα από το μισόφωτο της κουΐντας στη σκηνή.
Ένα τόσο δα βηματάκι. Από τη σκιά στον κόσμο της μαγείας. Στο παραμύθι.
Να φύγει, να πετάξει μακριά, αυτό λαχταρά. Μέσα από ρόλους ταξιδεύει
στο χρόνο, διατρέχει τις εποχές, δρασκελίζει δεκαετίες, αιώνες.
Ντύνεται κοστούμια-ρόλους και τους ζει απόλυτα.
Φθάνει ν' ανοίξει η αυλαία μετά το τρίτο κουδούνισμα και τότε η
σκέψη πως τόσα μάτια την παρακολουθούν, την ταξιδεύει μακριά. Και
πια μεταμορφώνεται σε πλάσμα αιθέριο, ονειρικό. Τούτο ήταν που
εξήπτε τη φαντασία των θεατών. Και τότε, μια βάρκα γίνεται με λευκό
πανί που θαλασσοδέρνεται. Πάντα στην πλατεία καιροφυλακτεί ένας
άντρας, η σκοτεινή ματιά του. Μια πολυμελής ορχήστρα την παρασύρει
με ήχους μαγικούς, λικνίζεται απαλά στο ρυθμό που γεννά η μαγική
κίνηση των χεριών του. Ένας περίεργος μαγνητισμός διαχέεται στην
ατμόσφαιρα.
Και ξαφνικά της φαίνεται η σκηνή εξαιρετικά στενάχωρη, να μη χωρά
τη φόρτιση που δονεί την πρωταγωνίστρια. Μονάχα η απουσία κοινού
λιγάκι την πληγώνει, αλλά το σκοτάδι τη βοηθά να παραμυθιαστεί.
Ένα σκοτάδι μωβ, όπως εκείνο που περιβάλλει τα όνειρα.
Δημήτρης Χίλιος, e-mail: hiliosd@yahoo.gr
Βιογραφικό σημείωμα
Ο Δημήτρης Χίλιος γεννήθηκε στο Επιτάλιο της Ηλείας το 1960.
Σπούδασε δημοσιογραφία και συνεργάστηκε με εφημερίδες και περιοδικά.
Κατ' αρχήν διέπραξε έρευνες, χρονογραφήματα, επετειακά και ιστορικά
αφιερώματα, προπονούμενος για σοβαρός συγγραφέας. Στη συνέχεια
το γλύκανε με σχόλια επί παντός του επιστητού, κείμενα για το
θέατρο, την τηλεόραση.
Μόλις ο κύκλος των δημοσιευμάτων έκλεισε, βάλθηκε να γράφει και
να σκίζει κατ΄ οίκον και προς ιδίαν τέρψιν.
Εργάζεται στην Εθνική Πινακοθήκη.
Καταγινόμενος με το διήγημα συμμετείχε σε ομαδικές εκδόσεις, ενώ
το 1995 κυκλοφόρησε η συλλογή διηγημάτων του Το Συγκέσιο, επτά
ηθογραφικά διηγήματα.
Το 2001 από τις εκδόσεις Πατάκη κυκλοφορεί το πρώτο του μυθιστόρημα
Με το σφύριγμα του τραίνου, μια καταγραφή της καθημερινότητας στην
ελληνική επαρχία στα μέσα της δεκαετίας του '60.
Τα Χάρτινα φιλιά είναι η δεύτερή του απόπειρα.
|
|